Η ΤΑΞΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΡΗΓΑ

 

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ «ΝΥΧΤΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΧΑΙΡΙΩΝ»

Στις 30 Ιούνη 1934, ένα σοβαρό γεγονός συγκλόνισε τη νεοπαγή ακόμη χιτλερική Γερμανία: ο Ernst Röhm, επιστή­θιος φίλος τουΑδόλφου Χίτλερ, συναγωνιστής του από την πρώτη στιγμή, ιδρυτής και αρχηγός των SA καθαιρέθηκε από τη θέση του και αντικαταστάθηκε μαζί με πολλούς συνεργάτες του. Στην πραγματικότητα, και αυτό δεν άργησε να γίνει γνωστό, ο Röhm και πολλοί άλλοι συνεργάτες του εκτελέστηκαν.

Πού οφειλόταν αυτό το αιματηρό ξεκαθάρισμα λογαριασμών; Τι έκρυβε μέσα του και πίσω του;

Ας δούμε πρώτα το ιστορικό των γεγονότων. Όπως ξέρουμε, η κυβέρνηση με καγκελάριο τον Α. Χίτλερ ορκίζεται στις 30 Γενάρη 1933. Το NSDAP είναι πια κυβέρνηση. Αρχίζει μια 12ετία χιτλερικής δικτατορίας που σήμερα ξέρουμε ότι τελείωσε μέσα στα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ωστόσο, αυτό δεν είναι το πρώτο πρόβλημα που αντιμετω­πίζει. Οι αντίπαλοι της τσακίζονται γρήγορα, το κοινοβουλευ­τικό καθεστώς διαλύεται ουσιαστικά χωρίς αντίσταση, τίθεν­ται εκτός νόμου όλες οι οργανώσεις της εργατικής τάξης· και όμως η κυβέρνηση αυτή αντιμετωπίζει ένα σοβαρό και πιθανό­τατα απροσδόκητο πρόβλημα: τα SA.

Ας δούμε πρώτα τι είναι τα SA. Όπως δείχνει και το όνομα τους (Sturmabteilungen – Ομάδες Εφόδου) είναι μια οργάνω­ση παραστρατιωτικού χαρακτήρα. Ιδρύθηκαν στις 3 Αυγού­στου 1921 στο Μόναχο, την πόλη – λίκνο του Εθνικοσοσιαλισμού[1]. Στην αρχή παρουσιάστηκαν σαν αθλητικοί όμιλοι, γρή­γορα, όμως, εγκατέλειψαν τα προσχήματα και άρχισαν να εμφανίζονται ανοιχτά σαν οργανωμένες ένοπλες ομάδες, με φαιόχρωμη στολή, με βαθμούς κλπ.

Με την άνοδο του NSDAP στην εξουσία, αλλάζει, προς το ευρύτερο, φυσικά, και ο ρόλος των SA. Από απλός βοηθητικός σχηματισμός ενός κόμματος γίνονται βοηθητικός σχηματι­σμός του βασικού, στην αρχή, μοναδικού, σε συνέχεια, κόμμα­τος της κυβέρνησης. Παίρνουν και κρατικές αρμοδιότητες. Στις 22 Φλεβάρη 1933, με διάταγμα του υπουργού Εσωτερικών της Πρωσίας Hermann Göring τα SA μαζί με άλλες οργανώ­σεις παίρνουν αστυνομικά καθήκοντα. Οπλίσθηκαν, μάλιστα, και με ελαφρά όπλα πεζικού. Περιττό, φυσικά, να πούμε ότι όλα αυτά συνοδεύτηκαν από ένα εκτεταμένο λουτρό αίματος.

Τότε, πού βρισκόταν το πρόβλημα με τα SA; Απλούστατα, στο ότι άρχισαν να ζητούν — και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εφαρμόζουν — όσα είχε υποσχεθεί το NSDAP. Συγκεκριμέ­να το «Πρόγραμμα των 25 σημείων» του NSDAP πρόβλεπε, μεταξύ των άλλων: Καταστολή της τοκογλυφίας, μοίρασμα των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων, δημοτικοποίηση των εμπορικών καταστημάτων και υπενοικίαση τους στους μικροε­πιχειρηματίες σε χαμηλές τιμές και, τέλος, δημιουργία λαϊκού στρατού.

Η τάση αυτή των SA αντανακλούσε πραγματικές, αν και αλλοιωμένες, ταξικές αντιθέσεις, με κύριο εκφραστή της τον αρχηγό των SA Ernst Röhm.

Να και μερικές αποστροφές του τελευταίου την άνοιξη του 1934:

«Μερικοί δεν μας αγαπούν [τα SA, δηλ. — Θ.Π.] γιατί, σαν τοποθετημένοι από τον Αδόλφο Χίτλερ εγγυητές της αληθινής γερμανικής επανάστασης, δεν ανεχόμαστε να κυριαρχήσει και πάλι ένα πνεύμα γραφειοκρατισμού και ηγετοκρατίας, δειλίας και υποταγής, αλλά εννοούμε να παραμείνουμε επαναστάτες» (17/3/1934).

«Με ακατανόητη επιείκεια, το νέο καθεστώς στη Γερ­μανία κατά την κατάληψη της εξουσίας δεν απαλλάχτη­κε χωρίς δισταγμούς από τους φορείς του παλιού και του ακόμη παλιότερου συστήματος. Ακόμη σήμερα βρί­σκονται σε σημαίνουσες θέσεις άνθρωποι που η εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση δεν τους προκαλεί καμιά αί­σθηση. Αλλά θα τους τσακίσουμε οπωσδήποτε και αμεί­λικτα αν τολμήσουν να μετατρέψουν σε πράξη αυτές τις αντιδραστικές αντιλήψεις» (18/4/1934).

Η στάση αυτή σχετίζεται με την απογοήτευση πολλών οπα­δών του NSDAP που βλέπουν, κάπως θολά και αξεκαθάριστα, ότι η «δική τους» κυβέρνηση ακολουθεί και αυτή την πολιτική των προηγουμένων, δηλ. την πολιτική του μεγάλου κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, όμως. στην αναταραχή υπάρχει και μια άλλη διάσταση: διάφοροι παλαιοσυντηρητικοί. με φασιστική κατεύ­θυνση κύκλοι κινούνται για την αντικατάσταση της κυβέρνη­σης του NSDAP από μια κυβέρνηση παρόμοια αλλά παραδο­σιακής συντηρητικής ή ίσως μοναρχικής κατεύθυνσης. Οι κύ­κλοι αυτοί έχουν σαν επίκεντρο τον Αντικαγκελάριο Franz von Papen. ο οποίος κινείται επίσης δραστήρια αυτή την πε­ρίοδο. Στις 17 Ιούνη 1934, εκφωνεί στους φοιτητές του Πανε­πιστημίου του Marburg ένα λόγο όπου. με ελάχιστα σκεπασμέ­να λόγια, καυτηριάζει την αδιαλλαξία των χιτλερικών που δεν εννοούσαν να μοιρασθούν την εξουσία με τις άλλες δυνάμεις της δεξιάς. Αυτά οι ηγέτες του NSDAP τα ξέρουν και έχουν ανησυχήσει. Προς αυτή την κατεύθυνση στρέφονται εν μέρει οι επιθέσεις του Goebbels ενάντια στην «αντίδραση». Αργότερα, ο ίδιος θα αποκαλέσει αυτούς τους κύκλους «αντιδραστική πτέρυγα της συνωμοσίας».

Στην πραγματικότητα, πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένας άλλος πολύ πιο σοβαρός παράγων: η μεγάλη αστική τάξη. Αυτή η τελευταία είναι πανικόβλητη. Με τρόμο βλέπει τα SA να στρέφονται εναντίον της. Φοβάται αυτό το φαιοντυμένο τέρας, που σήκωσε τώρα το κεφάλι του ενάντια στον αφέντη του. Πρέπει να χαλιναγωγηθεί πριν είναι πολύ αργά.

Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες: Οι ξένες δυνάμεις. Η Γαλλία και η Αγγλία παρακολουθούν άγρυπνα την εξέλιξη. Δεν έχουν ακόμη καταλήξει στη θέση τους γι’ αυτό το νέο καθε­στώς. Η Γερμανία είναι ακόμη «φασκιωμένη» με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Δεν έχει στρατό και έτσι είναι υποχρεωμένη να αποφεύγει τις προκλητικές ενέργειες.

Από αυτό προέρχον­ται και οι συμφιλιωτικοί τόνοι των λόγων του Α. Χίτλερ στην περίοδο αυτή. Όμως, τα SA, παρασυρμένα από τον ίδιο τους τον εθνικιστικό πυρετό, οδηγούνται σε προβοκατορικές ενέρ­γειες. Αρχίζουν να επιτίθενται ενάντια σε ξένους διπλωμάτες στο δρόμο, να τους συλλαμβάνουν κλπ.

Στις 7 Ιούνη 1934, τα SA παίρνουν «άδεια» για όλο τον Ιούλη και ο Ernst Röhm  αποσύρεται για την ίδια περίοδο στη λουτρόπολη της Άνω Βαυαρίας Bad Wiessee[2]. Εκεί θα εξοντωθούν όλοι στις 28 Ιούνη αρχίζοντας από τον Röhm. Η εκκαθάριση των SA θα είναι το σύνθημα για μια εκτεταμένη και αιματηρή εκκαθάριση λογαριασμών σε όλο το Ράιχ. Καταρχήν, στο Βερολίνο, όπου εκτελούνται οι συνεργά­τες του Αντικαγκελαρίου von Papen, που μένει ανενόχλητος.

Ανάμεσα στους νεκρούς είναι ό Edgar Jung, συγγραφέας του λόγου του von Papen της 17ηςΙούνη 1934, ό Gustav von Kahr, που ο Χίτλερ εκδικείται για την αποτυχία του πραξικο­πήματος του 1923; ο προκάτοχος του Χίτλερ στο αξίωμα του Καγκελαρίου στρατηγός Kurt von Schleicher και η γυναίκα του καθώς και ο συνεργάτης του στρατηγός Kurt von Bredow. Η Gestapo συλλαμβάνει και δολοφονεί στο Βερολίνο και τον Gregor Stasser ηγέτη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος; που είχε παραιτηθεί το Δεκέμβρη του 1932[3].

Ο συνολικός αριθμός των νεκρών υπολογίζεται σε 1.076. Εδώ πρέπει να δούμε ότι οι νεκροί είναι «μόνο» τόσοι, γιατί η επιθυμία της Reichswehr είναι σαφής: τα SA πρέπει να αποκε­φαλισθούν; αλλά κάθε υπερβολική φθορά πρέπει να αποφευ­χθεί. Η συνολική δύναμη των SA είναι 2:900.000 άτομα και ή στρατιωτική τους εκπαίδευση τα έκανε απαραίτητα για το μελλοντικό στρατό που ετοιμάζεται.

Η μονοπωλιακή αστική τάξη έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης. Στις 5 Ιούλη 1934, η Deutsche Bergwerkszeitung,  όργανο των ιδιοκτητών  ορυχείων, έκανε λόγο για μια κλίκα φιλόδοξων που ήθελαν να αρχίσουν νέα πάλη για την εξουσία και εξέφρασε τη χαρά της για «τη γρήγορη επέμβασης της 30ης Ιούνη που μας έσωσε από αυτό τον κίνδυνο».

Αντίθετα, ανέβηκε πολύ ο ρόλος των SS (Schutzstaffeln). Αυτή ή σχετικά ολιγάριθμη ομάδα, κυρίως αρμοδιότητας σω­ματοφυλακής, δεν θα πάψει να ανεβαίνει και να καταλαμβάνει όλο και καινούργιες εξουσίες. Αυτό οδήγησε αναπόφευκτα στην ενίσχυση της θέσης του Heinrich Himmler. Ο διοικητής της ομάδας των SS που πήρε μέρος στη σφαγή του Μονάχου), ό SS Gruppenführer Sepp Dietrich,[4] ως τότε αρχηγός της προ­σωπικής σωματοφυλακής του Χίτλερ, πήρε βαθμό στρατηγού. Όλες αυτές οι αλλαγές επισημοποιήθηκαν με το διάταγμα της 20ης Ιούλη 1934, όπου αναφέρονται «οι μεγάλες προσφορές των SS, ιδιαίτερα σε σχέση με τα γεγονότα της 30ης Ιούνη».

Ένα μήνα μετά τη δολοφονία των ηγετών των SA, ή χιτλε­ρική δικτατορία ολοκληρώνεται: Στις 2 Αυγούστου 1934, πε­θαίνει ο Πρόεδρος Paul Von Hindenburg. Ένας νέος νόμος — που, παραδόξως, έχει ημερομηνία 1η Αυγούστου 1934– ορί­ζει ότι «τα καθήκοντα του προέδρου του Ράιχ στο εξής ενώνονται με τα καθήκοντα του καγκελάριου. Συνεπώς, οι εξου­σίες του προέδρου του Ράιχ περνούν στον Führer και καγκε­λάριο Αδόλφο Χίτλερ». Ο von Blomberg δεν χάνει καιρό. Την ίδια ημέρα αναγγέλλει ότι ό στρατός ορκίζεται πιστή στον Αδόλφο Χίτλερ προσωπικά[5] και, μάλιστα, όχι μόνο πίστη αλλά και άνευ όρων υπακοή, Η χιτλερική μονοκρατορία είναι πια γεγονός τετελεσμένο.

Η ΤΑΞΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ NSDAP

Η δραματική σύγκρουση της 30 Ιούνη 1934 ήταν, κατά τη γνώμη μας, μια γραφική παράσταση της σχετικής αυτονομίας της πολιτικής απέναντι στα οικονομικά συμφέροντα που υπη­ρετεί. Από την άλλη μεριά, σαν  να ήθελε να υπογραμμίσει τη βαθιά αντιφατικότητα του φαινομένου, το ιστορικό αυτό γεγο­νός έδειξε ότι τα συμφέροντα αυτά χρειάζονται αυτή τη σχετική αυτονομία σαν στοιχείο της άσκησης της εξουσίας ειδικά και της πολιτικής τους γενικότερα, σαν «συμπυκνωμέ­νης», αλλά όχι απλής και άμεσης έκφρασης της οικονομίας.

Το «Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» (Nazional-Sozialistische Deutsche Arbeiter Partei – NSDAP) ήταν πάντα και έμεινε ως το τέλος το κόμμα που εξυπηρέτησε κατά τον πιο τέλειο, ως τώρα, τρόπο τα συμφέροντα της μεγάλης αστικής τάξης, των κορυφών του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Τέτοιο ήταν και πριν το 1933, και μετά, τέτοιο έμεινε και ως τις 9 Μάη 1945.

Αυτό φαίνεται καθαρά από το δείκτη εκείνο που ενδιέφερε πιο πολύ το μονοπωλιακό κεφάλαιο: την πορεία των κερδών. Και δεν μπορεί κανείς να μην παραδεχτεί ότι η κυβέρνηση του ΝSDAP εξασφάλισε συνθήκες εξαιρετικής σε έκταση και βάθος συσσώρευσης κερδών. Η πορεία των τελευταίων υπήρξε πράγματι θεαματική, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας:

Επίσημα κέρδη επιχειρήσεων (εκατομμύρια μάρκα)
1933 – 1936 – 1938
06,6  – 12,2  –  15,0

Η ναζιστική 12ετία υπήρξε περίοδος ταχύτατης ανόδου των κερδών και των περιουσιών των μεγιστάνων, όπως μαρτυρούν όλα, χωρίς εξαίρεση, τα στοιχεία. Οι κρατικομονοπωλιακές μέθοδοι που τελειοποίησε ή εγκαινίασε το «1000χρονο Ράιχ» δεν ήταν τίποτε άλλο από μια παραχώρηση — συχνά, με φανερά σκανδαλώδη τρόπο— όλης της γερμανικής οικονομίας σε μια χούφτα μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτές οι επιχειρήσεις «τσέπωσαν» τα κολοσσιαία κέρδη της στρατιωτικοποίησης και της δουλικής εκμετάλλευσης των ξένων, ιδιαίτερα «Ανατολικών» εργατών, αλλά και της λεηλασίας όλης της Ευρώπης. Αυτή η μυθικών διαστάσεων συσσώρευση — που εμφάνισε και χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου — εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την εντυπωσιακή ανάκαμψη της ΟΔ Γερμανίας μετά το 1945.

Η συντριβή κάθε οργάνωσης των εργαζομένων έκανε τη δράση του NSDAP «θαυματουργή» και στον πολιτικό τομέα. Στη διάρκεια της εξουσίας του, οι εργαζόμενοι δεν διαμαρτυρήθηκαν καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Η ένταση της εκμετάλλευσης, μόνος τρόπος δημιουργίας και ενίσχυσης του τεράστιου πολεμικοβιομηχανικού συγκροτήματος μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης χωρίς αποικίες, «πέρασε» ανεμπόδιστα. Αρκετά πριν από τον πόλεμο, η ελεύθερη εκλογή θέσης εργασίας είχε καταργηθεί. Σε ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις όπως η «Οργάνωση Todt» ((Organisation Todt –OT), είχαν επιβληθεί όχι μόνο στρατιωτικοί κανονισμοί, αλλά και στρατιωτικές στολές. Τα πολιτικά κέρδη του κεφαλαίου ήταν και μακροπρόθεσμα. Καταρχήν, ο πόλεμος δεν φαίνεται να προκάλεσε σχεδόν καμιά κίνηση διαμαρτυρίας ή και απλής δυσαρέσκειας. Ένα δείγμα μας δίνει έκθεση του «Γερμανικού Μετώπου Εργασίας» (Deutsche Arbeitsfront – DAF), οργάνωσης που ήταν αρμόδια για την οργάνωση του εργατικού δυναμικού και την κίνησή του, του τέλους του 1942: «Το 1917, χάθηκαν σε πολιτικές απεργίες περίπου 2.000.000 εργατοημέρες. Το 1918, ήταν 5.000.000 εργατοημέρες. Στο πολεμικό έτος 1942, κερδήθηκαν αμέτρητα εκατομμύρια προσθέτων εργατοημερών, χωρίς να υπολογίσουμε την εργασιακή απόδοση εκατομμυρίων επιστρατευμένων ξένων εργατών» (η έμφαση δική μας).

Και όλα αυτά, χωρίς να υπολογίσουμε ένα άλλο πολιτικό κέρδος πολύ μεγάλης, όπως αποδείχτηκε, σημασίας: την σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωση όλων των επαναστατικών στοιχείων και την απώλεια σχεδόν κάθε επιρροής τους.

Ποτέ πριν από την εγκαθίδρυση του Γ’ Ράιχ οι μεγάλοι καπιταλιστές της Γερμανίας ή οι άμεσοι άνθρωποι τους δεν συμμετείχαν τόσο άμεσα στη διεύθυνση της οικονομίας, και αυτό παρά το γεγονός ότι στη Γερμανία οι σχέσεις κράτους- μεγάλου κεφαλαίου ήταν πάντα πολύ στενές. Κάτι περισσότερο: ο Χίτλερ δεν το είχε σε τίποτε να αλλάξει τους στρατηγούς του με τη μεγαλύτερη ευκολία για παραπτώματα πολλές φορές φανταστικά ή συνήθως χωρίς να φταίνε. Αντίθετα, στις κορυφές των οικονομικών-διαχειριστικών υπηρεσιών της χιτλερικής Γερμανίας βλέπει κανείς πάντα αναδιανομή των ίδιων προσώπων: γενικών μετόχων, γενικών διευθυντών ή έμπιστων στελεχών των γιγάντων του χρηματιστηρίου. Και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: Οι στρατηγοί του Χίτλερ ήταν —ή έγιναν διάσημοι. Ποιος, όμως ξέρει τον Albert Pieg της Siemens ή τον Wilhelm Zangen της MANNESMAN; Αυτοί δεν άφησαν απομνημονεύματα. Η διακριτικότητα ήταν, άλλωστε, αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο.

Εδώ πρέπει να προστεθεί ότι η πολιτική εξουσία του NSDAP βοήθησε πολύ όχι μόνο τους καπιταλιστές ενάντια στους εργαζόμενους, αλλά και τους πολύ μεγάλους καπιταλιστές ενάντια σε όλους τους υπολοίπους. Η συγκεντροποίηση, που το κράτος ενθαρρύνει ή και επιβάλλει, παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις: Το μέσο κεφάλαιο των μετοχικών εταιριών περνά από 2.300.000 (1932) σε 5.500.000 μάρκα (1943). Ο νόμος της 7ης Μάρτη 1939 φτάνει ως την κατάργηση των επιχειρήσεων που δεν έφταναν ένα ορισμένο minimum τζίρου, υποχρεώνοντας τους πρώην ιδιοκτήτες τους να γίνουν εργαζόμενοι στη μεγάλη βιομηχανία. Στην περίοδο 1933-1939, ο αριθμός των επιχειρηματιών και των οικογενειών τους πέφτει από 11.247.000 σε 9.612.00 (-14,54%) και το ποσοστό τους στον πληθυσμό από 19,8% σε 16,2%….

Όμως το NSDAP είναι ακριβώς αυτό που λέει η ονομασία του, δηλ. ένα πολιτικό κόμμα, και όχι ένας απλός εκτελεστικός μηχανισμός του μεγάλου κεφαλαίου, όπως θα ήταν πχ, μία νομική ή λογιστική εταιρία. Έρχεται σε επαφή και σύνδεση με μάζες, από τη φύση τους διαφορετικές από τα συμφέροντα που το NSDAP εκφράζει, και, έτσι, διαφοροποιείται και αυτό. Το ίδιο το όνομα του κόμματος είναι χαρακτηριστικό. Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Η μαζική βάση του NSDAP είναι κυρίως μικροαστική και, κατά πιο δεύτερο λόγο, μεσοαστική.

Μια στατιστική της 1ης Γενάρη 1935 μας δίνει μία εικόνα:

— Το 7,3% όλου του «επαγγελματικά απασχολούμενου πληθυσμού» του Ράιχ ανήκει στο NSDAP. Απ’ αυτό βλέπουμε ότι το NSDAP ήταν ένα τεράστιο κόμμα.
— Στο NSDAP ανήκει το 15% των «αυτοαπασχολουμένων».
— Στο NSDAP ανήκει το 12% των «μη δημοσίων» υπαλλήλων (Angestellten).
— Το ποσοστό των βιομηχανικών εργατών που είναι μέλη του NSDAP είναι γύρω στο 5% του συνόλου των βιομηχανικών εργατών.

Γενικά, λίγοι εργάτες έγιναν μέλη του NSDAP παρά το όνομά του. Πριν το 1933, το NSDAP ούτε κατόρθωσε, αλλά ούτε έδειξε μεγάλη συνέπεια στην προσπάθεια να δημιουργήσει χωριστή οργάνωση εργατών. ….Ο ίδιος ο Χίτλερ «υπέδειξε» στο Συνέδριο του NSDAP του 1937 να μην παρελάσουν χωριστές ομάδες εργατών. Αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν ήθελε τη χωριστή παρουσία των εργατών γιατί αυτό θύμιζε την ταξική πάλη ή, έστω, την ταξική «απόσταση». Σαν γνήσιο κόμμα της αστικής τάξης, το NSDAP δεν μπορούσε να υποφέρει τη θέα των χωριστά οργανωμένων εργατών ούτε μέσα στα ίδια του τα πλαίσια.

….το βασικό μαζικό στήριγμα του NSDAP ήταν — από άποψη οργανωμένης μαζικής βάσης, αλλά και εκλογικής βάσης — τα μεσαία στρώματα, ιδιαίτερα αυτά της πόλης. Αυτό χρησιμοποιήθηκε για να «ξαναγραφτεί», δηλ. να παραποιηθεί η ιστορία. Στη σειρά των άρθρων, μελετών κλπ, που γράφτηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την άνοδο στην εξουσία του NSDAP, προβλήθηκε συχνά το επιχείρημα: Αφού μέσα στο NSDAP βρίσκονταν κυρίως μεσαία στρώματα, το NSDAP ήταν το κόμμα των μεσαίων στρωμάτων έτσι «βγαίνουν λάδι» τα μονοπώλια. Οι τοποθετήσεις αυτές «ξεχνούν» τη βασική ιστορική αποστολή του NSDAP: να συνδέσει τις μάζες με την πολιτική και την άσκηση της πολιτικής του μεγάλου κεφαλαίου. Πράγμα που το NSDAP πέτυχε λαμπρά.

Για να το πετύχει, όμως, αυτό έπρεπε να γίνει αυτό ακριβώς που έγινε: ένας πολιτικός οργανισμός της αστικής τάξης, κατά συνέπεια ένας οργανισμός βαθιά αντιφατικός, που θα ήταν σε θέση να εκφράζει με ένα μαζικό τρόπο την πολιτική των μεγιστάνων. Ο ίδιος ο χαρακτήρας του επέβαλε την αντιφατικότητά του.

… Η αντιφατικότητά του NSDAP δεν σημαίνει συνύπαρξη στο εσωτερικό του αντιπάλων ισοτίμων παραγόντων. Σημαίνει αντανάκλαση στο εσωτερικό των πραγματικών ταξικών αντιθέσεων, αλλά κάτω από την κυριαρχία ενός από τους πόλους, στη συγκεκριμένη περίπτωση του μεγάλου κεφαλαίου, ο οποίος προσδιορίζει τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα του Κόμματος. Η κυριαρχία αυτή εκφράζεται πολιτικοΐδεολογικά και «ψυχολογικά». Πράγμα που σημαίνει ότι η δικτατορία της κυρίαρχης τάξης υπάρχει και μέσα στο κόμμα ή στα κόμματα της.

Η πορεία των πραγμάτων δείχνει ακριβώς αυτό: Ότι τα διάφορα στοιχεία του NSDAP διαφορετικά και — ως ένα βαθμό — αντίθετα μεταξύ τους, βαδίζουν μαζί και μαθαίνουν βαθμιαία να προσαρμόζονται μεταξύ τους. Το ένα δεν μπορεί να κάνει χωρίς το άλλο.

Η προσαρμογή, όμως, δεν γίνεται ισότιμα. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι, ίσως, ούτε καν αμοιβαία. Στην πραγματικότητα, η μικροαστική μάζα προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της πολιτικής της μεγαλοαστικής τάξης….»

περιοδικό «Επιστημονική Σκέψη»  1985.

iskra

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.